1 definition by @JagaloonLagoon

The act of twerking to the point of exertion that a female actually aborts her fetus.
My pregnant model gurl Jhonni was twerkin so hard she gave herself a twerkbortion.
από @JagaloonLagoon 12 Ιούλιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×