1 definition by 123456789101112

To remove the brown-stained area around one's anus with bleach.
When Caroline bent over, you could see her freshly bleached butthole glistening in the moonlight!!!
από 123456789101112 1 Οκτώβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×