1 definition by 123Smith

The spit or spittle like substance associated with the vaginal expulsion of air (Quife)
The female Vittled in the officer's face, or she left vittle in her underwear she laughed so hard.
από 123Smith 29 Σεπτέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×