1 definition by 1GirlieGirl

Urbanized form of the word "wretched": of poor quality; shabby or filthy in appearance; unfortunate conditions or circumstances.
Don't eat at that restaurant, it's ratched.

Have you seen her beat up weave? It's ratched!
από 1GirlieGirl 6 Νοέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×