1 definition by 3D's Wolfman

Sun (verb): To verbally, physically or emotionally wound someone. Usually something quick and sharply painful, usually phrased "Sun your life." Unique to Southern Connecticut neighborhoods
"Yo you keep talkin' shit I'm gonna sun your life."

"Why you tryin' to sun me?"
από 3D's Wolfman 8 Μάρτιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×