1 definition by 3f

adj. - of or relating to or affected with cackling vigorously with malicious and condescending fervor.
Mari is a cacklelous whore. She's always laughing at her fellow idiots.
από 3f 6 Ιανουάριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×