1 definition by 57octaves

1. Verb. To give something official approval.

2. Verb. To put someone in their place; to regulate on a bitch.
1. "Officers, this protest has been sanctioned by the proper authorities."

2. "My roommate left our pad unlocked again, so I had to sanction that shit."
από 57octaves 21 Δεκέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×