1 definition by A Psudonym

a synonym for "pigfucking," which has entered into the vernacular courtesy of the rabid hate and bile spewed by its' members.

Commonly shortened to "freep," which can be used as an appellation or a verb.
As an appellation:

"Yer sucha free republic'er*, Jed."

As a verb:

"I freeped Sally las' night in th'sty, Cletus."

*-of "freeper."
από A Psudonym 4 Φεβρουάριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×