1 definition by ASlateReader

An abbreviation for mystical.
"It's phony, goddamn it but mysto and after a while it starts to infect you, like an itch, the roseola." p.19 of The Electric Kool-Aid Acid Test, by Tom Wolfe.
από ASlateReader 20 Αύγουστος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×