2 definitions by ASlateReader

Top Definition
An abbreviation for mystical.
"It's phony, goddamn it but mysto and after a while it starts to infect you, like an itch, the roseola." p.19 of The Electric Kool-Aid Acid Test, by Tom Wolfe.
από ASlateReader 20 Αύγουστος 2011
When you come out from nowhere.
The Sanders Surge could give Hillary trouble.
από ASlateReader 24 Απρίλιος 2016
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×