1 definition by Ahhchan

verb: to surprise friends with random acts of kindness including but not limited to food, smokes, or living necessities.
"...and she woke me up with a packed bowl! I love when she lizzes me."

"You should liz me. You should totally liz me."

"I hope she never stops lizzing me!"
από Ahhchan 2 Ιούνιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×