1 definition by AishFan

when two or more people carpool (ride together to the same destination) primarily for the purpose of
1) saving gas
2) saving time and/or
3) getting to go on the carpool lane.
Dude! California car pool with me, and we'll reach there in half the time 'cause we can use the carpool lane!
από AishFan 19 Ιανουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×