1 definition by Al Fresco

Verb, to shpingle, the act of tripping over, or accidentally jerking on someones catheter.
When David Blaine was entombed in ice, he was accidentally shpingled.
από Al Fresco 31 Αύγουστος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×