1 definition by Alan Rodwee

Top Definition
The ability to pretend to be sensible.
Alan managed to become pretensible after administering normalisation before going to work on Sunday afternoon.
#pretend #sensible #donkey #muppet #smeg #seagulling #tubgirl #cherry bakewell #donkeymuppet
από Alan Rodwee 29 Απρίλιος 2007
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×