1 definition by AllHavok

Sexual term. When a male recieves falacio while deficating, usually on the toilet.
"That chick was nasty as hell, I went to go take a shit right, and she came in and gave me a Kablumpkin!"

"Got a kablumpkin out of her."
από AllHavok 16 Απρίλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×