1 definition by Amanda Kiss

The financial advantage generated by the partnership between two males in a household.

The average U.S. household mancome is 75% more than the traditional male/female household income. "Unlike Adam and Steve, we don't have the mancome to shop at WholeFoods", said Rebecca.
από Amanda Kiss 26 Σεπτέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×