1 definition by Amby1986

Having one eye that looks different,does not shut all the way ,or does not follow the other eye.

Alternative meaning- Seeing double after too much consumption of alcohol.
That wonky- eyed girl over there keeps checking me out!

Kelly was seeing all wonky-eyed after finishing two bottles of wine.
από Amby1986 15 Οκτώβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×