1 definition by Ame Sabishii

1. A slutty girl with a fat ass. (Noun)
2. A guy who likes easy chicks with a fat ass. (Noun)
3. Jerking off a guy with a huge cock. (verb)
1. My that girl is such a donkey slapper.

2. Dude, stop donkey slapping before you get a disease.

3. Girl, why you go ahead and donkey slap that thing.
από Ame Sabishii 3 Αύγουστος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×