1 definition by AnIndo

RO
Racial Oppression. Unfair treatment of a specific ethnic group. See the Holocaust.
Airport officer: (Looks at Indo's passport) I'm going to have to ask you to step aside sir.
Indo: FUCK! That's RO, asshole!
από AnIndo 10 Απρίλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×