2 definitions by Animosity

Adjective. Another word for "phat".
Your new burberry is phin, innit.
από Animosity 30 Νοέμβριος 2004
A potent synthetic narcotic drug that is less addictive than morphine or heroin and is used as a substitute for these drugs in addiction treatment programs.
Bob is trying to stop shooting heroin by going to the methadone clinic.
από animosity 5 Μάρτιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×