1 definition by Anti-Magnieto

a person who uses a prostitute daily and has multiple orgasms in a row.

also used to tell a person they have a small dick.
Person 1: "Hey (name here)! i head from him that you have a magnieto." Magnieto man: " hey I am a magnieto also!"
από Anti-Magnieto 28 Μάιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×