1 definition by Ariel R-C

A toupe for women. Usually worn by the balding younger generation, this lovely patch of fine curly hair is placed upon the sparce area and combed into the original hair.
Leila eats the poop soup while she wears a toupe.
από Ariel R-C 2 Νοέμβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×