1 definition by Arshakuni

the act of stealing apples, nothing more. Either stealing froma tree, orchard or store. The one who scrumps is called the scrump or scrumper.
When Glen asked about the apples, Phil said that he went scrumping at Todd's house.
από Arshakuni 9 Οκτώβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×