1 definition by Batty Boi23

To Kak.

To pull down the trousers (and possibly undergarments) of another person, much to the amusement of the people viewing, and to the embarrassment of the person being kacked.

See Keg.
Tom was playing pool, when his tracksuit bottoms were kacked from his person.
από Batty Boi23 2 Μάρτιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×