1 definition by BebopMo

1. (Adj.) Something smelly or repulsive

2. (V.) To steal or plagiarize

3. (N.) Feces

4. (N.) Thief
1. Aww, it is so B-mo in here.

2. That website is B-mo as fuck.

3. I was fucking a girl and I got B-mo all over my dick.

4. Catch that B-mo!
από BebopMo 29 Ιούνιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×