1 definition by Ben Affeck

n. a person who thinks before he speaks.

v. someone trying to be cool that makes a fool of themselves.

see also piker
n. Ericka is such a schleprock. She has no idea what she's talking about.

v. Mike you're a fucking schleprock. What the hell is your deal?
από Ben Affeck 1 Νοέμβριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×