1 definition by Ben Sutton HK

Wonky (n) - the slight cock eyed, retarded horse like thing you might see on blackpool beach taking obese family members 10 yards down the beach before the 'wonky' collapses. In a sentence - 'Would any of you degenerate, fuckwit chavs like a ride on the wonky'..said mum.'
In a sentence - 'Would any of you degenerate, fuckwit chavs like a ride on the wonky'..said mum.'
από Ben Sutton HK 22 Ιανουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×