1 definition by Bendu

Oral drug manufactured in Poland. Powerfull muscle-gainer, with side effects (liver damage, etc.) Chemistry the same as Dianabol (Methandrostenolone).

In polish underground known as: meta, metka, mietek, mieciu, metan.
Polish: "Dzieciaki jak ty nie powinny jesc metanabolu"
Eng: "Children like you shouldn't eat metanabol"
από Bendu 30 Απρίλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×