1 definition by Big Blue 88

Top Definition
v. the act of relaxing next to the pool in a sunny area; similar to a lizard that is sunbathing.
So hot, all the women be Lizzing today.
#chillin #tanning #pool #floating #liz #lizzie #lizzin' #lizzle
από Big Blue 88 28 Ιούνιος 2011
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×