1 definition by Billabong aka Buck-deezy

To masturbate at a reduced pace. Sometimes performed for hours at a time.
"Yo man, slow jacking has so many benefits. Why just the other day I was cooking while I jacked, try the oven mit, it's just like givin' yo'self a stranger."
από Billabong aka Buck-deezy 15 Φεβρουάριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×