1 definition by Blade2697

Top Definition
The act of trolling to a point where your an ogre.
Tony: Dude shes trolling this guy as bad as a ogre
Bill: Yeah shes a LEGIT Trollgre
#troll #trolling #ogre #trollger #trolger
από Blade2697 9 Ιούνιος 2012
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.