1 definition by Bohemoth

Top Definition
To thrust one's penis into a lady friends face. Similar to a donkey slap.
"I donkey stomped that bitch last night and gave her a black eye"
#donkey #donkey punch #donkey slap #donkey stompe #donkey stopm
από Bohemoth 16 Αύγουστος 2006
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×