1 definition by BooYouWHORE

orgasmic, excited in an intense or paroxysmal way. used when in the presence of hot girls named morgan. noun: morgasm.
That was a morgasmic feeling, let me do it again.
από booyouwhore 11 Οκτώβριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×