1 definition by Borys Volyev

Bon-kurs Something that is hyperbolically bizarre, strange, out of order, or unbelievable.

syn; Inexplicable, ridiculous, extraordinary
"That was the most bonkers party I've ever went to"

"Debra's reasoning is absolutely bonkers"
από Borys Volyev 13 Ιανουάριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×