16 definitions by Brian Eakerous

(adj.) Something that is extra bo. That is extremly good, extremely well, etc.
Last night we had bo bo sex. It was amazing.
από Brian Eakerous 28 Δεκέμβριος 2003
n./adj. Something you must have if you want to be cool. A cool-endowing device.
Man, i got to get me these bibo shades.
από Brian Eakerous 15 Δεκέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×