1 definition by CDBek

Cak
A new-age, ever-popular growing, slang way to say cock. Also pronounced with a "y" sound preceding the A.
It is a well known fact that everyone on earth is a cak except for Craig.
από CDBek 5 Σεπτέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×