1 definition by CIL

tsp
An abbreviation for TriSodium Phospate-a strong cleaning chemical dissolved into water.
"Ralph-stop eating the TSP! We haven't washed the north side of the house yet!"
από CIL 20 Δεκέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×