1 definition by C_Ville

Any act of lathering soap and applying them to the female breast, in or out of the shower, as long as they are bare breasts. Also, there is no credit if there are man boobs.
Young Man, "Excuse me, but would you like me to soap your tits?"

'or'

"Damn I'd love to soap those tits!"

'or'

"Last night, when I was soaping tits..."
από C_Ville 15 Σεπτέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×