1 definition by CarolMiller

An erotic form of jousting involving boxcar shaped men.

Comes in a variety of forms including 'Norwegian Screwingfighting' emphasizing the use of car batteries, cucumbers, clothespins, ski masks, and crisco.
Don't expect much supervision today, Dawson and Barbour were screwfighting all weekend.
από CarolMiller 15 Σεπτέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×