1 definition by Carseater

While making love to a woman from behind, rather than reaching under her arms to fondle her breasts, the partner reaches over her shoulders.

May be performed standing or sitting, or in a motor vehicle.
Jack and Jill usually carseat while making love. She says it is off the hook.
από Carseater 27 Μάρτιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×