1 definition by Caze Tank

Verb: To become a Tank (Muscly, Strong, God-like) over a period of time
Adjective: To be built like a mother fucker
Noun:
Boy1: What are you up too these holidays?
Boy2 :I'm going to get Tankified.

Adjective:
Girl1: Caleb's pretty Tankified aye?
Girl2: mmmmm, Yes.
από Caze Tank 2 Μάιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×