1 definition by Ceonactor

To lightly wiggle and move a key around inside a lock and/or use alternative instruments to open it. Generally it is applied to thieves from Ireland and England who "tickled the lock" hence its name.
Sam: "Damit this key won't open the lock" Joe: "Give it to me"
Sam: "what are you doing.."
Joe: "This is called tickling the lock"
από Ceonactor 14 Δεκέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×