2 definitions by ChipAyten

To permanitely ban or stop from using.
The spammer was permabanned.
από ChipAyten 12 Αύγουστος 2006
To temporarily ban. Or disable for using for a given amount of time.
You were temperbanned for 3 months.
από ChipAyten 11 Αύγουστος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×