1 definition by Chuck Young

Top Definition
eli
An adjective used to describe something weird or overly sketchy yet not necessarily serious
"Man, that prank that Frank played today was so eli. I don't think he meant it but it still creeped me out"
από Chuck Young 27 Σεπτέμβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×