1 definition by Clare Murray

a slang term used by blues artists/musicians to describe milling around and shuffling in a melancholy mood.
"janis was shucking around the bar."

"robert was shucking as he left the stage."

"i was just shucking around town."
από Clare Murray 11 Φεβρουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×