1 definition by Clark R. Griswold

A combination of the words ridiculous and ass.
1. "Wow, she has a ridiculass."
2. "Have you heard the new Nicki Minaj song, 'Ridiculass'?"
από Clark R. Griswold 25 Νοέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×