1 definition by Claudia Pierre

A very large and erected penis, comes from the old days of masonry, when they worked with long hard stones and bricks.
1. He could build a house with that MASON
2. He can hit ball with that MASON
3. My MASON is freaking enormous
4. Your mom loves my MASON alot
από Claudia Pierre 26 Ιούλιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×