1 definition by Condom/Man

Alternate name for a condom.
The "glove" a man puts on his penis before engaging in sexual intercourse with his partner.

Helps (though not guaranteed to) reduce the chance of spreading sexually transmitted diseases and fertilization of a female egg.
"John, put on your manglove. We can't afford another child."
από Condom/Man 9 Δεκέμβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×