1 definition by ConspiracyTheory123

To laugh so hard that you wizz in your pants; a combination of laughing and wizzing. Taken from an episode of 30 Rock.
"That episode was so funny I was lizzed all night."
από ConspiracyTheory123 26 Μάρτιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×