1 definition by D Muhney

An item or object that can be thrown into a bonfire for many different purposes such as: stoking a fire; making the fire different colors; playing with the fire; burning trash; and putting out the fire, among many other things.
Larry threw flour on the fire to make it look cool; the flour is bonfireable
από D Muhney 29 Απρίλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×