1 definition by D-rek H, Imanaks

bog
the state of complete exhaustion and exertion due to extreme physical activity; bogging (verb)
"Ho brah, I was bogging the other day when I had for run three miles."

"I am going to bog if I have to play the whole game."

"I am so out of shape that I am going to bog very badly."
από D-rek H, Imanaks 28 Ιανουάριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×